γόνοι

γόνοι
γόνος
that which is begotten
masc/fem nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • Λυκούδης — Επώνυμο αριστοκρατικής οικογένειας του Βυζαντίου. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, ορισμένοι γόνοι της οικογένειας εγκαταστάθηκαν στα νησιά του νοτίου Αιγαίου. Γύρω στο 1456, μετέβησαν στη Ζάκυνθο και σε άλλα νησιά των Επτανήσων. Γενάρχης… …   Dictionary of Greek

  • παγγενεσία ή παγγένεση — Θεωρία που διατυπώθηκε από τον Δαρβίνο το 1868 και εξετάζει τον τρόπο κατά τον οποίο κληρονομούνται οι επίκτητες ιδιότητες των προγόνων. Η π. βασίζεται στην αντίληψη ότι κάθε στοιχειώδες μέρος, ανεξάρτητο του οργανισμού, μπορεί να παράγει μικρό… …   Dictionary of Greek

  • Ioannis Kapodistrias — This article is about the Greek politician. For the airport named for him, see Corfu International Airport. Ioannis Kapodistrias Ιωάννης Καποδίστριας Governor of Greece In office …   Wikipedia

  • αμία — (amia). Γένος ψαριών της οικογένειας των αμιιδών. Ζουν στα γλυκά νερά των ποταμών και των λιμνών της Βόρειας Αμερικής, κυρίως όμως στον Μισισιπή. Το μήκος του σώματός τους κυμαίνεται από 0,65 έως 1 μ., ενώ το βάρος τους μπορεί να φτάσει τα 8 κιλά …   Dictionary of Greek

  • γένεθλον — γένεθλον, το (Α) 1. γενιά, καταγωγή 2. γόνοι, απόγονοι. [ΕΤΥΜΟΛ. < γενε (< *γεν∂ ), δισύλλαβη μορφή τής ρίζας γεν τού γίγνομαι* + (επίθημα) θλο , παράλληλος τ. τού γενέθλη*] …   Dictionary of Greek

  • γενέθλη — και γενέθλα, η (Α) 1. (για πρόσωπα) γενιά, οικογένεια 2. (για άλογα) γένος, ράτσα 3. γόνοι, απόγονοι 4. τόπος γεννήσεως, κοιτίδα 5. ο χρόνος τής γέννησης κάποιου, η γέννηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < γενε (< *γεν∂ ), δισύλλαβη μορφή τής ρίζας γεν τού… …   Dictionary of Greek

  • μεταξάς — I Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 440 μ., 69 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μεσολογγίου του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται στο νότιο άκρο του νομού, στα δεξιά του ποταμού Εύηνου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μακρυνείας. 2.… …   Dictionary of Greek

  • μοργκανισμός — και μοργανισμός, ο βιολ. οι θεωρίες για την εξήγηση τών φαινομένων τής κληρονομικότητας και οι νόμοι που διατυπώθηκαν από τον Αμερικανό βιολόγο Θ. Χάντ Μόργκαν και κατά τους οποίους οι κληρονομικοί παράγοντες ή οι γόνοι είναι εντοπισμένοι στα… …   Dictionary of Greek

  • πανάς — Επώνυμο οικογένειας από την Κεφαλονιά, που καταγόταν από ευγενή οίκο της Ισπανίας. Κατά την παράδοση, μέλη του οίκου αυτού πήραν μέρος στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571). Πολλοί γόνοι της οικογένειας αναφέρονται εγγράφως ως ευγενείς της Κεφαλονιάς …   Dictionary of Greek

  • ρουφός — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ο «απόστολος εκ των Ο’». Ρωμαίος, συνεργάτης του απόστολου Παύλου, για τον οποίο αυτός γράφει «Aσπάσασθαι Ρούφον, τον εκλεκτόν εν Κυρίω καί τήν μητέρα αυτού και εμού». (Προς Ρωμαίους 15’ 13).… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”